«Δεν θέλω να πάω σχολείο»: πώς να βοηθήσετε το παιδί σας
«Δεν θέλω να πάω σχολείο.»
Μπορεί να το ακούσετε ένα δύσκολο πρωινό, πριν από ένα διαγώνισμα, μετά από μια σύγκρουση με συμμαθητές ή σε μια περίοδο που το παιδί δυσκολεύεται περισσότερο.
Η πρώτη αντίδραση του γονέα έχει σημασία. Η ανάγκη εκείνη τη στιγμή δεν είναι να πειστεί το παιδί ότι το σχολείο είναι υπέροχο ούτε να θεωρηθεί αυτομάτως ότι, αφού νιώθει άσχημα, πρέπει να μείνει σπίτι.
Μπορούν να συμβούν δύο πράγματα μαζί: να πάρουμε στα σοβαρά αυτό που αισθάνεται το παιδί και να κρατήσουμε σταθερό το πλαίσιο.
Πρώτα ακούστε αυτό που λέει το παιδί
Όταν ένα παιδί λέει ότι δεν θέλει να πάει σχολείο, είναι εύκολο να απαντήσουμε αμέσως:
- «Θα περάσεις ωραία.»
- «Θα συνηθίσεις.»
- «Θα δεις τους φίλους σου.»
- «Όλα τα παιδιά πηγαίνουν σχολείο.»
Οι φράσεις αυτές έχουν στόχο να καθησυχάσουν. Μπορούν όμως να κλείσουν τη συζήτηση πριν μάθουμε τι ακριβώς προσπαθεί να μας πει το παιδί.
Η UNICEF, στις οδηγίες της για την ενεργητική ακρόαση, προτείνει στους γονείς να ακούν χωρίς άμεση κρίση, να χρησιμοποιούν ανοιχτές ερωτήσεις και να δείχνουν ότι έχουν κατανοήσει όσα εκφράζει το παιδί.
Μια απάντηση μπορεί να είναι απλή:
«Σήμερα πραγματικά δεν θέλεις να πας, ε; Τι σε δυσκολεύει περισσότερο;»
ή:
«Ακούω ότι θα προτιμούσες να μείνεις σπίτι. Θέλω να καταλάβω τι σε κάνει να νιώθεις έτσι.»
Πρώτα λοιπόν ακούμε. Μετά αποφασίζουμε τι χρειάζεται να γίνει.
Το να αναγνωρίσετε το συναίσθημα δεν σημαίνει ότι συμφωνείτε με την αποφυγή
Ένα παιδί μπορεί να φοβάται, να βαριέται, να θυμώνει ή να νιώθει άβολα και ο γονέας να αναγνωρίζει πλήρως αυτό το συναίσθημα.
«Καταλαβαίνω ότι σήμερα σου φαίνεται πολύ δύσκολο.»
Αυτό όμως μπορεί να συνυπάρχει με ένα σταθερό όριο:
«Θα πάμε σχολείο και θα δούμε μαζί τι μπορεί να σε βοηθήσει.»
Η American Academy of Pediatrics συστήνει στους γονείς να δείχνουν κατανόηση για τις ανησυχίες του παιδιού και παράλληλα να υποστηρίζουν τη σταθερή επιστροφή στο σχολείο όταν δεν υπάρχει λόγος υγείας ή ασφάλειας που απαιτεί διαφορετική αντιμετώπιση.
Το να αναγνωρίζουμε ένα συναίσθημα δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να οργανώσουμε τη ζωή του παιδιού ώστε να μην το ξανααισθανθεί.
Η δυσφορία είναι κάτι που το παιδί μπορεί να μάθει να διαχειρίζεται
Το σχολείο περιλαμβάνει καθημερινά πράγματα που το παιδί δεν επιλέγει: ωράριο, κανόνες, αναμονή, αξιολόγηση, προσπάθεια, συνεργασία με διαφορετικούς ανθρώπους και στιγμές που δεν εξελίσσονται όπως θα ήθελε.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί σταδιακά να ανακαλύψει κάτι σημαντικό: ότι ένα δυσάρεστο συναίσθημα μπορεί να υπάρχει χωρίς να καθορίζει πάντοτε την επόμενη κίνηση.
Μπορεί να αισθάνεται άγχος πριν από ένα διαγώνισμα και να μπει στην τάξη. Μπορεί να έχει απογοητευτεί από μια παρέα και να συνεχίσει την ημέρα του. Μπορεί να νιώθει ότι ένα μάθημα είναι δύσκολο και να ζητήσει βοήθεια αντί να το αποφεύγει.
Ο γονέας μπορεί να μεταφέρει ένα μήνυμα όπως:
«Σε ακούω. Βλέπω ότι σου είναι δύσκολο. Και πιστεύω ότι μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να το αντιμετωπίσουμε.»
Τι σημαίνει πραγματικά το «δεν θέλω να πάω σχολείο»;
Η ίδια φράση μπορεί να περιγράφει πολύ διαφορετικές καταστάσεις.
| Το παιδί μπορεί να λέει | Τι μπορεί να χρειάζεται διερεύνηση |
|---|---|
| «Βαριέμαι σήμερα» | Κούραση ή προσωρινή απροθυμία |
| «Φοβάμαι το διαγώνισμα» | Άγχος επίδοσης ή φόβος αποτυχίας |
| «Κανείς δεν με κάνει παρέα» | Κοινωνική δυσκολία ή απομόνωση |
| «Με πονάει η κοιλιά μου κάθε πρωί» | Σωματικό πρόβλημα ή άγχος που εκφράζεται σωματικά |
| «Θα με ρωτήσει και δεν ξέρω» | Μαθησιακά κενά ή φόβος έκθεσης |
| «Δεν θέλω να δω αυτά τα παιδιά» | Σύγκρουση, αποκλεισμός ή πιθανός εκφοβισμός |
Γι' αυτό το «δεν θέλω σχολείο» είναι καλύτερο να αντιμετωπίζεται ως αρχή της συζήτησης και όχι ως ολοκληρωμένη εξήγηση.
Ρωτήστε για συγκεκριμένες στιγμές
Το «Γιατί δεν θέλεις να πας;» μπορεί να είναι δύσκολη ερώτηση για ένα παιδί. Μπορεί να αισθάνεται κάτι έντονο χωρίς να μπορεί να το εξηγήσει καθαρά.
Πιο συγκεκριμένες ερωτήσεις συνήθως δίνουν περισσότερες πληροφορίες:
- «Ποιο είναι το πιο δύσκολο μέρος της ημέρας;»
- «Πότε αρχίζεις να νιώθεις ότι θέλεις να φύγεις;»
- «Υπάρχει κάποιο μάθημα που σε αγχώνει;»
- «Υπάρχει κάποιος στο σχολείο με τον οποίο δυσκολεύεσαι;»
- «Τι θα έκανε την αυριανή ημέρα λίγο πιο εύκολη;»
Έτσι το γενικό «δεν μου αρέσει το σχολείο» μπορεί να οδηγήσει σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Πότε κρατάμε σταθερό το πλαίσιο;
Ένα δύσκολο πρωινό, η κούραση, η δυσαρέσκεια για ένα μάθημα ή το άγχος πριν από μια σχολική υποχρέωση μπορούν συχνά να αντιμετωπιστούν με κατανόηση και σταθερότητα.
Εκεί βοηθά μια απλή στάση:
- ακούμε τι θέλει να πει το παιδί,
- αναγνωρίζουμε το συναίσθημα,
- ρωτάμε τι ακριβώς το δυσκολεύει,
- κρατάμε ήρεμη την πρωινή ρουτίνα,
- και επιστρέφουμε στη συζήτηση όταν υπάρχει περισσότερος χρόνος.
Οι μεγάλες διαπραγματεύσεις την ώρα που πρέπει να φύγει το παιδί από το σπίτι σπάνια βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα το πρόβλημα.
Η American Academy of Pediatrics επισημαίνει επίσης ότι όταν υπάρχει σχολική αποφυγή, η παρατεταμένη απουσία μπορεί να κάνει την επιστροφή δυσκολότερη. Η έγκαιρη αντιμετώπιση του προβλήματος έχει επομένως σημασία.
Πότε το «δεν θέλω σχολείο» χρειάζεται περισσότερη διερεύνηση;
Η εικόνα αλλάζει όταν η άρνηση γίνεται έντονη, επαναλαμβανόμενη ή αρχίζει να επηρεάζει ουσιαστικά τη φοίτηση και την καθημερινότητα του παιδιού.
Η American Academy of Child and Adolescent Psychiatry (AACAP) αναφέρει ότι η επίμονη σχολική άρνηση μπορεί να σχετίζεται με άγχος, φόβο αποχωρισμού, κοινωνικές δυσκολίες, bullying ή άλλες ψυχολογικές δυσκολίες.
Περισσότερη προσοχή χρειάζεται όταν εμφανίζονται επανειλημμένα:
- έντονος φόβος ή πανικός πριν από το σχολείο,
- συχνές απουσίες ή επίμονη άρνηση να φύγει από το σπίτι,
- πονοκέφαλος, πόνος στην κοιλιά, ναυτία ή ζάλη κυρίως τις σχολικές ημέρες,
- ξαφνική απομόνωση ή φόβος για συγκεκριμένα παιδιά ή καταστάσεις,
- σημαντική αλλαγή στη διάθεση, στον ύπνο ή στη σχολική συμπεριφορά.
Τα σωματικά συμπτώματα χρειάζονται επίσης προσοχή. Η American Academy of Pediatrics αναφέρει ότι το άγχος που συνδέεται με το σχολείο μπορεί να συνοδεύεται από πραγματικές σωματικές ενοχλήσεις. Ο παιδίατρος μπορεί να βοηθήσει στην αξιολόγηση των συμπτωμάτων και στον αποκλεισμό άλλης αιτίας.
Όταν το μοτίβο επιμένει ή επηρεάζει σημαντικά τη ζωή του παιδιού, η επικοινωνία με το σχολείο και, όπου χρειάζεται, με παιδίατρο ή επαγγελματία ψυχικής υγείας βοηθά να εντοπιστεί τι βρίσκεται πίσω από την άρνηση.
Μιλήστε με το σχολείο όταν κάτι επαναλαμβάνεται
Ο γονέας βλέπει το παιδί πριν και μετά το σχολείο. Ο εκπαιδευτικός βλέπει τι συμβαίνει μέσα στην τάξη, στα διαλείμματα και στις σχέσεις με τους συμμαθητές.
Μερικές συγκεκριμένες ερωτήσεις μπορούν να δώσουν πολύτιμη εικόνα:
- Πώς είναι το παιδί όταν φτάσει στο σχολείο;
- Συμμετέχει κανονικά μετά το δύσκολο πρωινό;
- Έχει παρέες στα διαλείμματα;
- Έχει αλλάξει πρόσφατα η συμπεριφορά του;
- Υπάρχει μάθημα ή κατάσταση που φαίνεται να το δυσκολεύει ιδιαίτερα;
Το CDC επισημαίνει τη σημασία των υποστηρικτικών σχέσεων του μαθητή με ενήλικες και συνομηλίκους μέσα στο σχολείο. Η επικοινωνία οικογένειας και σχολείου μπορεί επομένως να βοηθήσει να φανεί ένα κομμάτι της εμπειρίας του παιδιού που δεν είναι ορατό στο σπίτι.
Όταν πίσω από την άρνηση υπάρχει ένα συγκεκριμένο μάθημα
Μερικές φορές το «δεν θέλω σχολείο» συνδέεται με ένα συγκεκριμένο μαθησιακό εμπόδιο. Ένα παιδί μπορεί να αγχώνεται επειδή έχει κενά στα Μαθηματικά, δυσκολεύεται στην ανάγνωση ή φοβάται ότι θα εκτεθεί μπροστά στην τάξη.
Σε αυτή την περίπτωση, η αναγνώριση του συγκεκριμένου κενού και η κατάλληλη εκπαιδευτική υποστήριξη μπορούν να κάνουν τη σχολική καθημερινότητα πιο διαχειρίσιμη.
Τι μπορεί να πει ο γονέας εκείνη τη στιγμή;
Η απάντηση χρειάζεται κυρίως να δείχνει τρία πράγματα: σε ακούω, θέλω να καταλάβω και θα σε βοηθήσω να το αντιμετωπίσεις.
- «Ακούω ότι σήμερα σου είναι πολύ δύσκολο.»
- «Θέλω να καταλάβω ποιο κομμάτι σε δυσκολεύει περισσότερο.»
- «Μπορείς να νιώθεις έτσι και να βρούμε μαζί τρόπο να το αντιμετωπίσεις.»
- «Θα πάμε σχολείο και το απόγευμα θα το συζητήσουμε ήρεμα.»
- «Αν υπάρχει κάτι που σε φοβίζει ή σε κάνει να νιώθεις άσχημα, θέλω να μου το πεις.»
Το μήνυμα γίνεται έτσι ξεκάθαρο: αυτό που αισθάνεσαι έχει χώρο, αλλά η δυσφορία δεν χρειάζεται να αποφασίζει κάθε φορά τι θα κάνεις.
Ακούστε πρώτα, μετά αποφασίστε τι χρειάζεται
Όταν ένα παιδί λέει «δεν θέλω να πάω σχολείο», η απάντηση ξεκινά από την ακρόαση και την προσπάθεια να καταλάβουμε τι βρίσκεται πίσω από αυτή τη φράση.
Μερικές φορές πρόκειται για ένα δύσκολο πρωινό που θα περάσει. Άλλες φορές υπάρχει ένα πραγματικό πρόβλημα που χρειάζεται προσοχή. Η σταθερότητα και η κατανόηση μπορούν να συνυπάρχουν: το παιδί ακούγεται, το συναίσθημά του αναγνωρίζεται και παράλληλα μαθαίνει ότι μπορεί να διαχειριστεί μια δύσκολη στιγμή χωρίς να χρειάζεται πάντα να την αποφεύγει.
Αν διαπιστώσετε ότι η δυσκολία του παιδιού συνδέεται με κάποιο μάθημα ή με κενά που έχουν συσσωρευτεί, λίγη επιπλέον βοήθεια μπορεί να κάνει τη διαφορά. Στο idietera.gr μπορείτε να βρείτε καθηγητές ανά μάθημα και επίπεδο, online ή δια ζώσης.
Δείτε ακόμη
- Νέα σχολική χρονιά: πώς να βοηθήσετε το παιδί να προσαρμοστεί ομαλά
- Γιατί το παιδί δεν θέλει να διαβάσει; Αιτίες και πρακτικές λύσεις
- Ψυχολογία παιδιών στο σχολείο: πώς επηρεάζει τη μάθηση και τη σχολική επίδοση
- Γονείς, μαθητές και καθηγητές: πώς χτίζεται σωστή συνεργασία στη σχολική χρονιά
Πηγές
Συχνές Ερωτήσεις
Μπορεί να συμβεί περιστασιακά, ιδιαίτερα σε περιόδους κούρασης, αλλαγών, διαγωνισμάτων ή κοινωνικών δυσκολιών. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ένταση, η συχνότητα και αν η άρνηση αρχίζει να επηρεάζει τη φοίτηση και την καθημερινότητα του παιδιού.
Ακούστε τι το φοβίζει, παρατηρήστε αν υπάρχει επαναλαμβανόμενο μοτίβο και επικοινωνήστε με το σχολείο. Όταν η ένταση επιμένει ή δυσκολεύει σημαντικά τη φοίτηση, αξίζει να συζητηθεί και με παιδίατρο ή επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Ναι, το άγχος μπορεί να συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα όπως πόνος στο στομάχι, πονοκέφαλος, ναυτία ή ζάλη. Τα επαναλαμβανόμενα σωματικά συμπτώματα χρειάζεται να αξιολογούνται και από παιδίατρο ώστε να αποκλειστούν οργανικά αίτια.
Ρωτήστε συγκεκριμένα για τις σχέσεις στο σχολείο και παρατηρήστε αλλαγές όπως ξαφνική απομόνωση, φόβο για συγκεκριμένα άτομα, απώλεια φίλων, αλλαγή στη διάθεση ή έντονη απροθυμία να βρεθεί σε συγκεκριμένους χώρους του σχολείου. Η επικοινωνία με το σχολείο είναι σημαντική όταν υπάρχει σχετική υποψία.